ΕΜΕΠΟΛ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ - MEDITERRANEAN CULTURE SOCIETY

Παραδόσεις (6)

Το βράδυ της ημέρας του γάμου, έστρωναν στο σπίτι του ζευγαριού πλούσιο τραπέζι με μεγάλη ποικιλία από φαγητά. Το συνηθισμένο ήταν αρνί ή γάλος γεμιστός, ή αρνί ψητό στο φούρνο, πιλάφι με αμύγδαλα και κιμά, ντολμάδες, αμπελλόφυλλα με γιαούρτι, ακολουθούσαν τα διάφορα γλυκίσματα κατημέρια, κανταΐφια, μπακλαβάδες, σαραϊλή, σβίγγοι (Κατιν-γκιομπεγή),, ρυζόγαλα, κομπόστα, σταφίδα «κοσάφι», φρούτα εποχής και άλλα. Καθώς η ώρα περνούσε και κόπαζε η διασκέδαση και το φαγοπότι, η παράνυμφη, η «Καντήν-Απλά», που συνήθως ήταν αδελφή του γαμπρού, έμπαινε στο νυφικό δωμάτιο κι άνοιγε το πάπλωμα του κρεβατιού ή του διπλού στρώματος. Αυτό εξυπηρετούσε δυο σκοπούς:  Πρώτα για να δούν οι καλεσμένοι και δεύτερο για να κάνει «πρόσκληση» στο νιόνυμφο ζευγάρι να πάει στο κρεββάτι του. Τότε ο γαμπρός φιλούσε τα χέρια των ηλικιωμένων και χαιρετούσε με χειραψία τους υπόλοιπους.  Στη συνέχεια προχωρούσε προς το δωμάτιο, ενώ στ' αστεία, οι φίλοι του, του έριχναν γροθιές... Καμιά φορά, τύχαιναν ζόρικοι φίλοι που δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από το σπίτι του γαμπρού για τρία ολόκληρα μερόνυχτα.  Είχαν την απαίτηση να τρων, να πίνουν και να γλεντάνε με τα όργανα κι όλ' αυτά, για να τιμωρήσουν τάχα το γαμπρό και να τον εμποδίσουν να μπει στην κρεββατοκάμαρα!

Από νωρίς μαζεύονταν οι φίλες της νύφης για να τη ντύσουν με το νυφικό της φόρεμα, το δώρο του γαμπρού. Το «Ετέκ-Μπελντέ». Το φόρεμα εκείνο ήταν από μεταξωτό ύφασμα κεντημένο ή υφασμένο, με λουλούδια. Χωρισμένο σε 3 φύλλα, 2 μπροστά κι 1 πίσω. ήταν έτσι καμωμένο που οι άκρες του να σηκώνονται ως τη μέση και να στερεώνονται εκεί. Γι’ αυτό και λεγόταν το φόρεμα εκείνο Ετέκ-Μπελντέ. (Σημαίνει οι άκρες στη μέση).  (Για το φόρεμα αυτό γράφω εκτενέστερα σε άλλο κεφάλαιο, που ασχολούμαι με τα φορέματα γενικά της Ατταλειώτισσας).

Όταν επιτέλους μετά την πολύχρονη μνηστεία αποφασιζόταν να γίνει ο γάμος, όριζαν και την Κυριακή που θα γινόταν το Μυστήριο. Δυο βδομάδες πιο πριν, γινόντουσαν οι προσκλήσεις σε συγγενείς και σε φίλους. Η οικογένεια του νέου καλούσε τους δικούς της κι η οικογένεια της νέας τους δικούς της επίσης. Επειδή την εποχή εκείνη προσκλητήρια δεν υπήρχαν, το «κάλεσμα» γινόταν μέσω μιας ειδικής «καλέστρας» της Φικέ. Μια βδομάδα πριν, άρχιζαν τα προ-εόρτια. Ήταν η Κυριακή που θα κοβόταν το νυφικό, Μπιτσίμ-Αλτή, στα Τούρκικα. Το νυφικό, ήταν δώρο του γαμπρού και κοβόταν στο σπίτι του γαμπρού. Η μοδίστρα που θα το έρραβε, πήγαινε πρώτα στο σπίτι της νύφης έτταιρνε τα μέτρα της. Μετά, πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού για να κόψει εκεί το νυφικό φόρεμα.  

Σαν καλοί ορθόδοξοι Χριστιανοί που ήταν οι Ατταλειώτες, φρόντιζαν να βαφτίζουν τα μωρά τους όσο γινόταν νωρίτερα. Ήταν συνήθεια, ο κουμπάρος που είχε στεφανώσει τους γονείς στο γάμο τους, να βαφτίζει και τα παιδιά τους, ή τουλάχιστον το πρώτο παιδί. Αν τύχαινε να πεθάνει το παιδί αβάπτιστο, αυτό κρινόταν σαν μεγάλη αμαρτία. Έτσι, αν το βρέφος αρρώσταινε πριν βαφτιστεί και ήταν βαρειά, φώναζαν επειγόντως τον παπά στο σπίτι κι αυτός το βάφτιζε με πρόχειρο και βιαστικό τρόπο, με απλό ράντισμα, χωρίς πολλές τελετουργίες, μην τύχει και πεθάνει αβάφτιστο.

 H μεγαλύτερη γιορτή μας των Χριστιανών Ελλήνων, ήταν το Πάσχα, το «Μπογιούκ Μπαϊράμ» που γιορτάζεται την άνοιξη. Στην Αττάλεια κάναμε νηστεία 50 μέρες τη μεγάλη Σαρακοστή. Ούτε λάδι δεν επιτρεπόταν να φάμε.

 Δεύτερη μεγάλη γιορτή μας ήταν τα Χριστούγεννα, στις 25 του μήνα Δεκέμβρη. Πριν από τα Χριστούγεννα, κάναμε 40 μέρες νηστεία (το λάδι μπορούσαμε να το φάμε). Τα Χριστούγεννα τα λέγαμε «Κιϋτσϋκ Μπαϊράμ».

 Όπως είναι φυσικό, ύστερα από μια βδομάδα, την 1η του Γενάρη, γιορτάζαμε την Πρωτοχρονιά (την Περιτομή του Χριστού και συνάμα τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου).

Oι Ατταλειώτες ήταν φιλόθρησκοι και ευλαβείς άνθρωποι. Λάτρευαν τις εικόνες και σέβονταν κάθε τι το ιερό.

Κάθε πρωτομηνιά, συνήθιζαν για να πάει καλά ο μήνας να καλούν τον παπά στο σπίτι να κάνει Αγιασμό. Όταν έβλεπαν παπά στο δρόμο περαστικό, τα παιδιά έτρεχαν και του φιλούσαν το χέρι.

Καθένας Ατταλειώτης, σαν περνούσε μπροστά από εκκλησιά, δεν παρέλειπε ποτέ να κάνει το Σταυρό του. Πάντοτε πριν από το φαγητό έκαναν το Σταυρό τους και έλεγαν «Έλα Χριστέ και Παναγιά μου». Μετά το φαγητό πάλι έλεγαν το : «Αλλάχ Μπερεκέτ βερσίν» (Ο Θεός να ευλογήσει το τραπέζι μας) και έκαναν πάλι το Σταυρό τους.  Πρωΐ και βράδυ, έκαναν την προσευχή τους.